ΓΥΝΑΙΚΕΣ πρόσφυγες και γηγενείς στις καπναποθήκες Αγρινίου


Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη, Δρ Κοινωνικής Λαογραφίας

Εισήγηση στο  33ο Πανελλήνιο Συνέδριο της 247 Περιφέρειας Inner Wheel Ελλάδος, στο Αγρίνιο στις 22, 23, 24 Φεβρουαρίου 2019.

Μελπομένη Ηλιοπούλου γεννήθηκε το 1922. «Γεννήθηκα προσφυγούλα”

Γυναίκες στο «ξεφύλλισμα» του καπνού.Ο επιστάτης επιτηρεί…

 Ι. Πρόσφυγες καπνεργάτριες 

“… Εμ, εμείς ήμαστανε πιο φτωχοί, εμείς πήγαμε στις αποθήκες. Τι να κάναμε; Εμάς οι ντόπιοι δεν μας ήθελαν, έλεγαν πάνε εκεί και δουλεύουνε και… Δεν ήθελαν να στέλνουνε τα κορίτσια τους αυτές οι ντόπιες, γιατί δεν είχανε για καλή δουλειά την Καπναποθήκη. Μετά όταν είδανε κι δουλέψαμε και το πήραμε απάνω μας και αυτά, α, λέει, καλά είναι, κάτσε να πάνε. Είχαμε κατ’ γειτονοπούλες, η μάνα της δεν τις άφηνε να πάνε, μετά όμως πήγανε κι αυτές. Η Δέσπω με τη Λένα, δεν τις άφηνε η μάνα τους. Αυτού λέει δεν πάνε καλά κορίτσια λέει, στις αποθήκες… Εμείς πήγαμε κι κοιτάγαμε να βγάλουμε το ψωμάκι μας, τέτοια θα κοιτάγαμε;“.

[Προφορική συνέντευξη της Α.Γ. στη Μ.Αγγέλη, α/α20, 10/4/2003, Ερευνητικό Πρόγραμμα].

Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Αγρίνιο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) αποτέλεσαν το μεγαλύτερο αριθμό του καπνεργατικού δυναμικού. Οι πρόσφυγες γυναίκες αναζήτησαν εργασία στα καπνομάγαζα της πόλης, όπου τις οδήγησε η αδήριτος ανάγκη για τον επιούσιο και η έλλειψη άλλων πόρων.

Κατά την εκπόνηση της Διδακτορικής διατριβής μου με θεματική τον Καπνό κατέγραψα προφορικές μαρτυρίες από το Δημοτικό διαμέρισμα του Αγίου Κων/νου. Ήταν πρόσφυγες δεύτερης γενιάς, παιδιά καπνεργατών, καπνεργάτες οι περισσότεροι…. Κυρίως γυναίκες. Στην εμπειρία και στο λόγο αυτών των καπνεργατριών βαραίνει η ιδιαίτερη προσφυγική τους ταυτότητα, η φτώχεια, η εργατικότητα, η τιμιότητα και ένα αίσθημα αυτοθυσίας οικογενειακής και κοινωνικής. Μέσα από την αφήγηση-ιστορία ζωής τους, εκφράζουν και μαρτυρούν μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα που παραπέμπει στη Μικρασιατική και Ποντιακή παράδοση.

Οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στους προσφυγικούς συνοικισμούς βορειοδυτικά της πόλης του Αγρινίου. Οι φτωχογειτονιές «της απόγνωσης» μετατρέπονται σε φτωχογειτονιές «της ελπίδας» χάρη στην εργατικότητα και νοικοκυροσύνη αυτών των ανθρώπων. Γυναίκες νοικοκυρές με κόπο και καλαισθησία προσπαθούν με τα ελάχιστα μέσα να στήσουν νοικοκυριό. Τα φτωχόσπιτά τους εκπέμπουν μια αρχοντιά…

Οι προφορικές αφηγήσεις τονίζουν όχι μόνο την εργατικότητα αλλά και τη θηλυκότητα των γυναικών προσφύγων. Η κομψότητα και η γυναικεία φινέτσα είναι εμφανής στο σπίτι και στον εργασιακό χώρο επίσης. Οι γυναίκες πρόσφυγες με απλά και φτηνά υλικά επιμελούνταν την εμφάνισή τους. Ένα φτηνό ύφασμα «το τσίτι» όπως λένε, καλοραμμένο και σιδερωμένο ήταν αρκετό να τονίσει την κομψότητά τους. Το μήκος του μέχρι το μέσον της γάμπας κι όχι μέχρι τον αστράγαλο, όπως φορούσαν οι ντόπιες,  τόνιζε τα πόδια τους χωρίς να είναι προκλητικό. Ένα καλοχτενισμένο μαλλί με την «καπέτα», σύμφωνα με τη μόδα της εποχής τόνιζε την ομορφιά τους. Ένα καρβουνάκι σβηστό ήταν αρκετό να τονίσει το φρύδι τους. Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν την παρουσία τους καθώς κατηφορίζουν προς τα καπνομάγαζα για να εργαστούν. Ας «ακούσουμε» μια αφηγήτρια:

Οι πρόσφυγες ήταν πρώτα –πρώτα νοικοκυρές κορίτσι μ’, Μαρία μ’. Πολύ νοικοκυρές! Και κοίταγε η μια με την άλλη να ’ναι πιο ωραία απ’ την παρέα της, ας πούμε. Κι όταν πηγαίναμε για δουλειά, ήταν λες και πηγαίναμε … μέσα σε καπνομάγαζα, μεσ’ στη σκόνη και μεσ’ τη μυρωδιά. Ήτανε πολύ ωραία. Σ’ λέω πήγαινα εγώ που πήγαινα τότε και μούλεγανε: Βάζεις κραγιόν και πας στην Αποθήκη; Γιατί να μη βάλω; Έχω μια φωτογραφία της μητέρας μ’, που δούλευε τ’ς αποθήκες τότε και είχανε βγει στο σιντριβάνι και λες κι ήτανε γυναίκες από γραφείο! Τέτοια κατάσταση ήτανε. Πολύ ωραία! Τώρα όπως να ’ναι φοράνε, τη ρόμπα και τρέχνε…“.

Η εργασία στις καπναποθήκες ήταν πολύ σημαντική για τους πρόσφυγες του Αγρινίου  και ιδιαίτερα για τις γυναίκες, όπως ήδη αναφέραμε. Οι πρόσφυγες «πιάνουν» δουλειά στην επεξεργασία του καπνού για να επιβιώσουν. Η μισθωτή εργασία στην αποθήκη ήταν εποχιακή.Περίμεναν με αγωνία το «άνοιγμα» κατά την άνοιξη για να βγάλουν το μεροκάματο ή σωστότερα το βδομαδιάτικο αναφέρουν οι αφηγητές.

Ας ακούσουμε καλύτερα μια καπνεργάτρια:

Μα ήμασταν, κοιτάξτε να δείτε, οι πρόσφυγοι δεν είχαν τίποτα, δεν είχαν πού να βάλουν το κεφάλι τους. Ήρθανε γυμνοί, ξυπόλητοι, τίποτα, τους δώσανε αυτά να, δυο καμαρούλες η Πρόνοια ας πούμε, το Κράτος και κείνα χρεωμένα μέχρι τώρα ήτανε, τέλος πάντων, να βάλουν το κεφάλι τους μέσα, φτώχεια! Κοίταζαν με το μεροκάματο, πού θα βρούνε μεροκάματο να ζήσουν, να επιβιώσουν. Το ψωμί. Πώς  ν’ αναστηθούνε; Όμως με τη δουλειά αυτή[στην αποθήκη], ο καθένας μεγάλωσε τα παιδιά του, παντρεύτηκαν, κάναν τις οικογένειές τους, ζήσανε, ταχτοποιήθηκαν όλοι καλύτερα, καταλάβατε; Πώς δεν ήταν σημαντική αυτή η δουλειά, αυτή την περιμένανε σαν Θεό, τα Καπνομάγαζα, πότε θ’ ανοίξουν οι αποθήκες να πάνε για δουλειά! Αυτή ήταν η ζωή τους, από κει περιμένανε, δεν είχαν πουθενά!“.

     Μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες δημιουργείται η εικόνα ότι οι γυναίκες έτρεφαν αισθήματα υπερηφάνειας για τη δεξιοτεχνία, τη γρηγοράδα, τη δύναμη και την αποδοτικότητά τους στην επεξεργασία του καπνού.

Η νοικοκυροσύνη  και η καλαισθησία αυτών των γυναικών διακρινόταν εκτός από το χώρο του σπιτιού και στο χώρο της εργασίας. Στο τραπέζι «του καπνομάγαζου» ή «του κοντινού πεζοδρομίου» στρώνουν την καθαρή πετσέτα και σερβίρουν το φτωχικό φαγητό: ψωμί, ελιές, τυρί, ντομάτα ή ό,τι περίσσεψε από το βραδινό. Φαινόταν ο πολιτισμός του τραπεζιού τους…

Όμως αυτή η νοικοκυροσύνη, η κομψότητα και η περιποιημένη χωρίς επιτήδευση εμφάνισή τους, το γέλιο, το τραγούδι και η θετική διάθεση, καθώς και η εργασία στην καπναποθήκη, που ήταν τρόπος ζωής για τις ίδιες, προκάλεσαν τα αρνητικά και πικρόχολα πολλές φορές σχόλια των ντόπιων της περιοχής, αλλά και γενικότερα των τόπων όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες.Η καθαριότητα, η πάστρα σχολιάστηκε αρνητικά. Και οι πραγματικά παστρικιές και νοικοκυρεμένες γυναίκες κακοχαρακτηρίστηκαν. Τις είπαν «παστρικιές» με την αρνητική σημασία της λέξης που σημαίνει γυναίκες  ελευθερίων ηθών, κοινώς πόρνες.

 Ο χαρακτηρισμός “παστρικιά” ή “Σμυρνιά”  δήλωνε τον κίνδυνο της “ηθικής διάβρωσης” της τοπικής κοινωνίας από την υποτιθέμενη “σεξουαλική χαλαρότητα” και τον τρόπο ζωής των γυναικών προσφύγων. Οι ντόπιες γυναίκες αυστηρών ηθικών αρχών επικρίνουν τις πρόσφυγες ως γυναίκες μη αυστηρών ηθικών αρχών. Χρησιμοποιούν για το χαρακτηρισμό τους γνωστές λαϊκές λέξεις: ξεδιάντροπες, ξελογιάστρες ανδρών, πουτάνες …

Ας «ακούσουμε»  μια πρόσφυγα- καπνεργάτρια:

Βλέπανε τις πρόσφυγες που ’ταν καλοφτιαγμένες και νομίζανε… [σιωπή]Εκείνη έπρεπε να βάψει το φρύδι της και πού μολύβια και τέτοια! Με τη δάφνη. Καίγανε τη δάφνη. Θυμάμαι γειτόνισσες εγώ. Καίγανε τη δάφνη, το κοτσάνι της δάφνης να βάψουν το φρύδι. Να φκιάξουν την καπέτα, να την κολαρήσουν εδώ, φκιάχναν την καπέτα το παλιό χτένισμα, οι μόδες, θέλω να σου πω, και λέγαν: ου! Οι πρόσφυγες, πωπωπω τι είναι! Γι’ αυτό λέγαν: Θα πας στην Αποθήκη! Ήταν περιποιημένες, ότι ήταν εξώλης και προώλης δηλαδή, που τις βλέπανε . Ενώ δεν ήτανε…Και τον καιρό εκείνο στο Αγρίνιο λέει, δεν ήταν  τίποτα. Δεν είχε. Θέλεις από την ομιλία, θέλεις από το φέρσιμό τους, ειλικρινά λέγανε, ήτανε πολύ, όχι χωριό λέει, κάτι άλλο! Πολύ αμόρφωτος ο κόσμος κι αυτά που βλέπανε στους πρόσφυγες τους φαινότανε αυτές είναι[σιωπή]… καταλάβατε;”.

Αυτές οι αντιδράσεις των ντόπιων και οι ακραίοι χαρακτηρισμοί δικαιολογούνται ίσως σήμερα, γιατί οι γυναίκες αυτές, αριθμητικά κυρίαρχες ανάμεσα στους πρόσφυγες, δεν άργησαν να οικειοποιηθούν το δημόσιο χώρο της πόλης, πεδίο προνομιακά ανδρικό τότε. Η έξοδος των γυναικών από το σπίτι στο χώρο της καπναποθήκης, η οποία φυσικά έγινε εξαιτίας της ανάγκης για επιβίωση θεωρήθηκε επαναστατική για την εποχή και την περιοχή.  Ήταν εύλογο λοιπόν να προκαλέσει την αντίδραση των γηγενών και τη θεώρηση των γυναικών προσφύγων ως ανήθικων. Οι ντόπιοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι την εργασία των γυναικών έξω από το σπίτι ή το καπνοχώραφο, στο χώρο του καπνομάγαζου. Θεωρούσαν ότι η εργασία στην καπναποθήκη, δεν ταίριαζε σε “καλές γυναίκες”. Για τούτο αντιστέκονταν στην αλλαγή νοοτροπίας, που σηματοδοτούσαν οι πρόσφυγες καπνεργάτριες, στιγματίζοντας τις ίδιες ως ανήθικες.

Υπήρξαν βέβαια και περιπτώσεις που η παρουσία αυτών των γυναικών στο δημόσιο χώρο,η περιποιημένη εμφάνιση και η  εργατικότητα σε αρκετές περιπτώσεις εκτιμήθηκαν από τους ντόπιους οι οποίοι τις επέλεξαν για συζύγους.Γι’ αυτό οι ντόπιες γυναίκες τις είπαν «καλοαντρούδες»  τις είδαν ανταγωνιστικά και εκφράστηκαν ανάλογα…Οι προσφυγοπούλες από την πλευρά τους αισθάνονταν αυτοεκτίμηση και ικανοποίηση που κάποιοι αναγνώρισαν την αξία τους και τις παντρεύτηκαν.

Σε προφορικές αφηγήσεις ντόπιων γυναικών διαπιστώνεται η παραδοχή και η αναγνώριση της αξίας και της προοδευτικότητας των προσφύγων και ιδιαίτερα των γυναικών, που έφεραν νοικοκυριό, πολιτισμό στην περιοχή και λειτούργησαν ως πρότυπα για αυτές. Καταγράφεται η διαφορά τους με τις πρόσφυγες που τις χαρακτηρίζουν ως ανώτερες και πολιτισμένες ενώ οι ίδιες αυτοχαρακτηρίζονται ως κατώτερες και «βλάχες» με την υποτιμητική σημασία που αποδίδουν στη λέξη.

Μια  Αγρινιώτισσα καπνοφύτισσα αφηγείται:

Οι προσφυγοπούλες ήτανε καλές νοικοκυρές, πολύ καλές νοικοκυρές, είχανε πολιτισμό. Όταν ήρθανε οι πρόσφυγοι ήφεραν τον πολιτισμό τους. Κι στ’ Αγρίνιο κι σ’ούλα τα μέρη, χωρίς λέξη. Γιατί μερικοί τ’ς κατηγοράνε. Κακώς! Οι πρόσφυγες ήτανε νοικοκυρές κι είχανε πολιτισμό πολύ. Είχανε κι έχουν. Ένα καλυβάκι νάχανε, ανέστηνε ο τόπος μέσα κι έξω! Κι ξέρανε να μιλήσνε κι ξέρανε όλα. Εμείς είμαστανε και πισωδρομικοί. Βλάχοι χωρίς πρόβατα είμαστανε! [Προφορική συνέντευξη της Β.Κ. στη Μ.Αγγέλη, α/α 106, 11/5/2003, Ερευνητικό Πρόγραμμα].

 

Πρόσφυγες καπνεργάτριες σε διάλειμμα εργασίας…

ΙΙ. Γηγενείς καπνεργάτριες: “Ξεκίνησαν σιγά-σιγά, δειλά –δειλά στην αρχή και οι δικές μας…”

 Η μελέτη και ερμηνεία των  προφορικών αφηγήσεων που κατέγραψα κατά την πολύμηνη διάρκεια της έρευνάς μου δίνουν πολλές πληροφορίες και για την εργασία των ντόπιων γυναικών κυρίως στα καπνοχώραφα αλλά και στα καπνομάγαζα. Η εργασία στην καλλιέργεια και παραγωγή του καπνού ήταν πολύ σκληρή.. Η   εργασία  στο καπνοχώραφο ήταν κοινωνικά αποδεκτή και  ηθικά επαινετή. Όπως προκύπτει από την έρευνα οι γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα σήκωναν όλο το βάρος της καπνοκαλλιέργειας. Όταν οι άνδρες τους είχαν κάποιο άλλο επάγγελμα π.χ. οδηγοί, τσαγκάρηδες, ξυλουργοί  κλπ.

 

Η εργασία στην καπναποθήκη αντιθέτως δεν ήταν αποδεκτή και θεωρούταν μη ηθική. Γι’ αυτό τουλάχιστον στην αρχή οι ντόπιες δεν πήγαιναν να εργαστούν εκεί. Χρειάστηκε αρκετός χρόνος να καταλάβουν ότι η αμειβόμενη εργασία δεν ήταν ηθικά επιλήψιμη. Ήταν αναγκαία για τη στήριξη των γυναικών και των οικογενειών τους. Διαπίστωσαν ότι η γυναικεία μισθωτή εργασία ενίσχυε το οικογενειακό εισόδημα και οι πρόσφυγες  χάρη σ’ αυτή κατάφεραν να ορθοποδήσουν. Κάποιες γυναίκες μάλιστα αεικίνητες έμπαιναν στους δυο χώρους του καπνού. Εργάζονταν και στο καπνοχώραφο ως «καπνομαζώχτρες» και στο καπνομάγαζο ως «ξεφυλλίστριες». «Έβγαζαν φτερά στα πόδια» για να χρησιμοποιήσω τη χαρακτηριστική έκφραση μιας αφηγήτριας.

Οι ντόπιες αργότερα πιεσμένες από την αδήριτη ανάγκη θα ακολουθήσουν και αυτές “δειλά-δειλά”  τις πρόσφυγες στην επεξεργασία του καπνού. Οι πρόσφυγες είχαν ανοίξει το δρόμο προς την καπναποθήκη. Κάτι πρωτοποριακό, επαναστατικό για την περιοχή και για την εποχή, όπως αναφέραμε.

 Ορισμένες ντόπιες καπνεργάτριες γνωρίζουν ότι ο τόπος καταγωγής των προσφύγων η Μικρασία και κυρίως η κοσμοπολίτικη Σμύρνη διαφοροποιούσε αυτές τις γυναίκες στο στυλ και στον «αέρα» που είχαν. Αντιθέτως οι ίδιες και κυρίως οι μεγαλύτερες λόγω του κλειστού τόπου όπου ζούσαν είχαν ένα συντηρητισμό και μια καταπιεσμένη θηλυκότητα.

Η Ιωάννα ντόπια, νεότερη καπνεργάτρια αφηγείται:

Αυτές (οι πρόσφυγες)  δεν είχαν ενδοιασμό να πάνε για δουλειά, ήτανε πιο εξελιγμένες, εδώ οι δικές μας οι γυναίκες το θεωρούσανε λίγο ντροπή. Είχανε μάθει στην αγροτική ζωή, στο να φυτεύουνε καπνά, να κάνουνε, και το θεωρούσανε λίγο ντροπή [την αποθήκη]. Αυτές ήταν πρωτοπόρες, πήγανε στη δουλειά κι αφού είδανε οι δικές μας ότι εδώ βγάζαν λεφτά οι γυναίκες, ξεκίνησαν σιγά-σιγά, δειλά-δειλά, στην αρχή και οι δικές μας μετά πήγανε… Είχανε ανάγκη οι πρόσφυγες εν τω μεταξύ, θα ’πρεπε να δουλέψουν, αυτές δεν είχαν κι εδώ χωράφια, δεν είχανε εδώ κάποιους να τους βοηθήσουνε κι εφόσον ανοίξανε τα Καπνομάγαζα πήγανε κατευθείαν για δουλειά, γι’ αυτό ξεκινήσανε αυτές πρώτες. Κι ήτανε γυναίκες πραγματικά δηλαδή σε σύγκριση με τις δικές μας εδώ ήτανε πολύ πιο εξελιγμένες και στο ντύσιμό τους ήτανε μοντέρνες, γιατί οι περισσότερες ήτανε Σμυρνιές και η Σμύρνη ήτανε πόλη αναπτυγμένη και σα λιμάνι και σαν πόλη ήτανε ανεπτυγμένη και φέραν εδώ άλλον αέρα! Και στο ντύσιμό τους και στη συμπεριφορά τους και στη νοικοκυροσύνη και στα πάντα ήτανε διαφορετικές. Και σιγά-σιγά πήρανε και οι γυναίκες ετούτες (οι ντόπιες), έτσι ξεκίνησε”.  

Από το 1953 και μετά την εφαρμογή του Νόμου 2348, (30 Μαρτίου 1953) επήλθε η άρση της κατοχύρωσης του καπνεργατικού επαγγέλματος και η ενσωμάτωση του ΤΑΚ στο ΙΚΑ. Τότε “ελευθερώθηκε” ή ” άνοιξε”  το επάγγελμα, που ήταν “κλειστό”, λένε χαρακτηριστικά οι αφηγητές δηλώνοντας έτσι αυτή τη σημαντική αλλαγή που σημειώθηκε στην ιστορία του καπνεργατικού κόσμου. Μετά το ’53 μπαίνουν στα καπνομάγαζα του Αγρινίου και πολλές ντόπιες, που προέρχονται από φτωχικά κυρίως στρώματα και  έχουν ανάγκη να εργαστούν. Έτσι βρέθηκαν στον ίδιο εργασιακό χώρο πολλές πρόσφυγες και ντόπιες καπνεργάτριες. Εκεί θα συνυπάρξουν, θα συνεργαστούν, θα συμπορευτούν.

 Στην αρχή, όπως προκύπτει από την έρευνα, υπήρχε ένα αρνητικό κλίμα ανάμεσα στις σχέσεις των προσφύγων γυναικών με τις ντόπιες καπνεργάτριες. Πήγαζε από την ανθρώπινη αδυναμία να συγχωρέσει τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και την απαξίωση, που εισέπραξαν οι ίδιες κατά το παρελθόν. Σε κάποιες προφορικές μαρτυρίες διαπιστώνεται αυτή η πικρία, αλλά και μια “εκδικητική” ικανοποίηση, όταν οι ντόπιες οδηγούνται στην καπνεπεξεργασία, την οποία μέχρι πρότινος θεωρούσαν απαξιωτική.   Είναι μια ανθρώπινη αδυναμία και γίνεται κατανοητή σήμερα. Οι ντόπιες κατανοούν βεβαίως ότι η εργασία στο καπνομάγαζο δεν είναι κατακριτέα και ηθικά επιλήψιμη, αλλά αναγκαία και ζωοδότρα, κυρίως για τις φτωχικές οικογένειες των προσφύγων και ντόπιων της περιοχής.Αναγνωρίζουν επίσης την αξιοσύνη και εργατικότητα των προσφύγων εργατριών.

Ας «ακούσουμε» μια καπνεργάτρια:

«Μέχρι το 1952 δούλευαν μόνο  γυναίκες πρόσφυγες. Το επάγγελμα ήταν να πούμε κλειστό. Μετά άλλαξε ο νόμος και μπήκαν κι άλλες γυναίκες. Μπήκαν ντόπιες φτωχές σαν εμάς… Θυμάμαι που μας έλεγαν οι Αγρινιώτες “ξεδιάντροπες”, για να μη το πω το άλλο, γιατί πηγαίναμε για δουλειά. Ήταν βλέπεις ντροπή η δουλειά… Να… κι αν ήταν… Εμείς το παραδάκι τόχαμε στην τσέπη μας κι αυτουνών βρώμαγαν τα χνώτα απ’ την πείνα. Είχαμε να κάνουμε κι ένα περμανάντ στα μαλλιά και να πάρουμε και κάνα τσιτάκι… Όταν ήρθαν κι αυτές να δουλέψουν κι εγώ ήμουν κάπως σαν προϊσταμένη, επειδή ήξερα τη δουλειά, κάτι μούπαν και τους είπα. Τώρα ήρθατε για δουλειά κι εσείς. Τι έγινε; Είστε κι εσείς ξεδιάντροπες; Εγώ με τη δουλειά μ’ ανέστησα τα παιδιά μου!»

Οι φωτογραφίες που καταγράφουν τη διαλογή καπνού στις σάλες των αποθηκών,τους τεράστιους ανοιχτούς χώρους, δείχνουν ότι η καπνεργασία κυρίως μετά το «άνοιγμα» του επαγγέλματος «θηλυκοποιείται» .Ένας επιστάτης επιτηρεί το χώρο και τις  γυναίκες.Οι γυναίκες έπρεπε να δουλεύουν με ταχύτητα και επιδεξιότητα.Τα χέρια τους να κινούνται γρήγορα σαν μηχανές… Το άγρυπνο βλέμμα του επιστάτη επιτηρεί ακόμα και όταν δεν γίνεται αντιληπτό.

Δύσκολη και ανθυγιεινή δουλειά, αλλά αναγκαία και χρήσιμη για τις φτωχικές οικογένειες προσφύγων και γηγενών της περιοχής.Ας ακούσουμε μια ντόπια καπνεργάτρια:

” Ήσουνα όλη μέρα κλεισμένη (στις αποθήκες) , τέτοιες θηρίες λάμπες απάν’ απ’ το κεφάλι σου για να βλέπεις, για να βλέπεις τον καπνό, να το καθαρίσεις καλά. Κλειστά πόρτες, παράθυρα, κλειστά. Απαγορεύονταν γιατί άμα ήτανε ανοιχτά παράθυρα, ξεραίνονταν το καπνό.Τα βγάζανε απ’ τα υγραντήρια, τα βάζανε σε υγραντήρια να μαλακώσουν τα δέματα για να τα επεξεργαστούν, πέρναγαν απ’ το κόσκινο, απ’ το μηχάνημα και τρίβονταν, έπρεπε νάναι νωπό το καπνό. Κι ήταν όλα κλειστά. Άμα άνοιγαν τα παράθυρα θα ξεραίνονταν τα καπνά. Και όπως άνοιγες το δέμα, σ’ έπαιρνε ο αχνός κι η μυρωδιά κι γι’ αυτό οι περισσότερες λιγοθύμαγαν εκεί μέσα. Ήταν πολύ ανθυγιεινή δουλειά, το καπνό. Απέξω να περάσεις σε χτύπαγε…Έχει τόσα χρόνια να δουλέψ’ του Παναγόπουλου και περάσαμε τώρα την άλλη φορά να πάμε σ’ν Αγία Τριάδα και απέξω στο πεζοδρόμιο κι σε πήρε η μπόχα, απ΄το καπνό….Ζέστα, μυρωδιά. Εγώ δούλεψα 4000 μέρες εκεί μέσα, ένα καφέ δεν ήπια! Μουρχόντανε να κάνω εμετό. Απ’ τη μυρωδιά κι ο καφές, πίνανε οι διπλανές μ’ και μουρχόντανε… Ζέστα, πολλές λιγοθυμάγανε το καλοκαίρ’, ειδικά Αύγουστο και Ιούλιο, Ιούνιο, οι περισσότερες οι κοπέλες λιγοθυμάγανε. Είμαστανε και μικρά μωρέ τότε π’ μπήκαμε μέσα. Εκείνα πόπρεπε να φάμε μέσα στην Καπναποθήκη δεν τα είχαμε, κατάλαβες;“.

 [Προφορική συνέντευξη της Ε.Π. στη Μ. Αγγέλη , α/α 115, Μάιος 2003, Ερευνητικό Πρόγραμμα].

Εκεί στο χώρο του καπνομάγαζου δίνεται η ευκαιρία για βαθύτερη αλληλογνωριμία και αναγνώριση της αξίας και των δύο πλευρών. Αυτή η πολύωρη συνεύρεση και η συνεργασία δίνει τη δυνατότητα της εκτίμησης της κουλτούρας και του προσφυγικού πολιτισμού. Καταρρίπτονται παντελώς οι υπάρχουσες ρατσιστικές έως εχθρικές αντιλήψεις, νοοτροπίες και υβριστικοί χαρακτηρισμοί όπως: “τουρκόσποροι” και “παστρικιές”. Αλλά και οι πρόσφυγες διαπιστώνουν ότι οι ντόπιοι είναι συντηρητικοί και κάπως “οπισθοδρομικοί” λόγω συνθηκών, δεν είναι όμως “αφιλόξενοι”, “βλάχοι”,”τεμπέληδες” και “άθεοι”.Είναι φιλόξενοι, εργατικοί και παλεύουν για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους.

      Εκεί στο ξεφύλλισμα και τη διαλογή του καπνού, “ξεδιαλέγονται” σταδιακά και οι απόψεις και απορρίπτονται σαν τα “σκάρτα”, άχρηστα καπνόφυλλα, οι ρατσιστικές αντιλήψεις για πρόσφυγες και ντόπιους αντίστοιχα. Αναγνωρίζεται η διαφορετική ταυτότητα των δύο πλευρών, όσον αφορά την καταγωγή τους και η κοινή ταυτότητα όσον αφορά την εργασία τους: ήταν και οι δύο καπνεργάτριες.

     Συνειδητοποιούν επίσης αμφίπλευρα ότι αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα στην εργασία και φυσικά έχουν κοινά αιτήματα να προωθήσουν: Καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας, βελτίωση της αμοιβής τους κλπ.  Για τούτο κάθε φορά που αποφασίζεται απεργιακή κινητοποίηση από κοινού διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

 

Η Μικρασιάτισσα Κωστούλα Ιωάννου αφηγείται…  

III.  Η αμοιβή – Το βδομαδιάτικο:”Αχ λέγαμε, έρχεται η Αγία Παρασκευούλα! Παρασκευή ήτανε η πληρωμή…”.  

    Οι καπνεργάτριες πρόσφυγες και γηγενείς αφηγούνται ότι η αμοιβή τους από την καπνεργασία ήταν αυτή που στήριξε τις οικογένειές τους. Με αυτά τα ημερομίσθια και με τη σωστή διαχείριση, κατάφεραν να στήσουν τα σπιτικά τους, να αναστήσουν και να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους.

Η Ε.Π. ξεδιπλώνει τις παιδικές μνήμες της: “Έμεινε η μάνα μ’ με τέσσερα παιδιά, δύσκολα να βγάλουμε. Πληρωνόμ’να εγώ και η μητέρα μ’.  Εγώ έδωνα νερό τ’ς γυναίκες σ’ν αποθήκη. Πληρωνόνταν η μάνα μ’ την Παρασκευή, γιατί κάθε Παρασκευή γινόταν η πληρωμή. 

 

 Κάθε εβδομάδα, και μόλις πηγαίναμε στο σπίτι την Παρασκευή τ’ απόγευμα τα βάζαμε απάν’ στο κρεβάτι κι έλεγαμε, είδες τότε ψωνίζανε, εσείς δεν τα θυμάστε, με βιβλιάρια, στο μπακάλη, στο φούρνο. Τα δεφτέρια. Αυτό θα το δώσουμε στο φούρνο, αυτό στο μπακάλη, αυτά θα ψωνίσουμε. Τα έξοδά μας. Κι έτσι περνούσαμε…”.     

Η πληρωμή τους γινόταν κάθε Παρασκευή.  Ο ταμίας περνούσε και άφηνε το φάκελο του καθενός με το “βδομαδιάτικο”, ήταν ο μισθός μιας εβδομάδας εργασίας. Τον περίμεναν οι εργάτες για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας και να ξεχρεώσουν τις υποχρεώσεις τους στο μπακάλη, στο φούρναρη, στον έμπορα με τους οποίους είχαν σχετικές δοσοληψίες. Κάθε Παρασκευή λοιπόν σύμφωνα με τις αφηγήσεις που έχουν καταγραφεί και με τη σχετική βιβλιογραφία όλη η αγορά αποκτούσε μια ιδιαίτερη κίνηση.

 Η κ. Ελένη με ευγλωττία αναφέρεται στην πληρωμή, «το βδομαδιάτικο». Ας την ακούσουμε:

Κάθε Παρασκευή πληρωνόμασταν. Είχαν αξία τότε τα λεπτά εκείνα. Άλλες εποχές, άλλες οι τιμές  ήταν τα είδη που αγόραζες, αναλόγως τη ζωή. Κινιόντουσαν όμως όλη η αγορά! Όταν έρχονταν η Παρασκευή, εάν βλέπατε, εάν βλέπατε στα μαγαζιά στην Παπαστράτου, δεν υπήρχαν τότε συγκοινωνίες και αστικά και γιωταχί  και να πάρεις και ταξί να πας σπίτι σου, με τα πόδια. Βγαίνανε όλοι απ’ τα μαγαζιά έξω και λέγανε: Περάστε! Έρχονται οι πρόσφυγες, θα ψωνίσουν! Περίμεναν για τα λεφτά, κινιόντουσαν η αγορά, θα έμπαινε η άλλη αμέσως στο γυαλοπωλείο, στο εμπορικό, για παπούτσια, να ντύσει το παιδί της, στο περίπτερο, στον ψιλικατζή, τα πάντα. Και πληρώνανε οι πρόσφυγες, αφήνανε χρήμα. Κινιόταν το χρήμα, π’ αγόραζαν κάθε βδομάδα κι όλοι ρωτούσαν πότε θ’ ανοίξουν οι Αποθήκες να κινηθεί η αγορά και μέχρι σήμερα που σταματήσανε το ’93, από δω απ’ του Παπαστράτου, ειλικρινά δηλαδή. Ήξερα ότι ζούσανε οι οικογένειες, αυτή ήταν η δουλειά τους στ’ αντρόγυνα. Γιατί μπορεί να μην ήταν χρονικής η δουλειά τα χρόνια εκείνα, αλλά τελειώνοντας τη δουλειά σου τους 3-4 μήνες, έμπαινες σε ανεργία, κυλούσε λίγο πολύ ο καιρός, ο χρόνος, μέχρι να ξαναπάρουν την Άνοιξη τη δουλειά να ξαναμπεί, να εργαστεί. Και ήταν η δουλειά του, αυτή, που ζούσαν. Μεγάλωσαν τα παιδιά τους, που ήταν ξυπόλητοι και γυμνοί ο κόσμος!… Α! χαρά! Τι λες! Περιμέναμε να περάσουνε να μας μοιράσουνε το φάκελο. Όταν περνούσε απ’ τα θρανία ο γραμματέας στο κασελάκι μέσα τα φάκελα, αχ λέγαμε, έρχεται η Αγία Παρασκευούλα! Παρασκευή ήτανε. Εκεί ήταν η ξεκούρασή σου. Αυτά τα λεφτά που έπαιρνες”.

“Αγία Παρασκευή” αποκαλούν την ημέρα της πληρωμής οι αφηγήτριες. Δηλώνουν με αυτό τον τρόπο την “αγιοποίηση” της αμοιβής τους και τη σπουδαιότητα της μισθωτής εργασίας για την οικογένεια και την πόλη.

       Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στον κόσμο της καπνεργασίας και στον εμπορικό κόσμο του Αγρινίου οδηγεί τους εμπόρους στην υποστήριξη των καπνεργατών σε κάθε απεργιακή κινητοποίησή τους. Ήταν στο πλευρό τους σε κάθε αγώνα, ακόμα κι αν αυτός έπαιρνε ακραίες μορφές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας που πραγματοποιήθηκε το 1926, η οποία κατέληξε σε αιματοχυσία  με δύο νεκρούς: την πρόσφυγα Βασιλική Γεωργαντζέλη και το Θεμιστοκλή Καρανικόλα.

Η Δ.Γ. αναφέρεται και στην υποστήριξη που είχαν οι καπνεργάτες σε κάθε απεργία από τους εμπόρους της πόλεως: “Ήτανε, δουλεύανε 3.000 περίπου εργάτες τότε, μέσα τ’ς αποθήκες, ήτανε, απ’ αυτά έπαιρνε ο έμπορος. Έπαιρνε ο εργάτης, έπαιρνε ο μπακάλης, ο φούρναρης όλοι… Βέβαια, Κάθε Παρασκευή πληρωνόντανε κι έβλεπες γέμ’ζανε απ’ τ’ς καπνεργάτες! Γι’ αυτό  κι μας υποστηρίζανε πολύ τότε σε κάθε αγώνα που κάναμε. Απεργιακούς αγώνες…”. Συνέντευξη της Δ.Γ. στη Μ.Αγγέλη, α/α 25, 19/6/2003, Ερευνητικό Πρόγραμμα.

Γυναίκες καπνεργάτριες  πρόσφυγες και γηγενείς με το δικό τους απλό αλλά βαρύνουσας σημασίας λόγο κάνουν έναν απολογισμό της καπνεργασίας τους. Παραθέτω χαρακτηριστικές φράσεις τους:

 «Από τις καπναποθήκες έφαγε ψωμί η φτώχεια, παιδί μου.

 Τότε γέμιζε η τσεπούλα μας λεφτά!

Συμπλήρωσα τα ενσήματα και πήρα τη σύνταξή μου…

Ο καπνός έδινε ζωή στην πόλη».

«Εμείς ζήσαμε από τον καπνό

Συνταξιούχες καπνεργάτριες  ευγνωμονούν τους καπνεμπόρους που τους έδωσαν τη δυνατότητα να εργαστούν στον τόπο τους. Η σύνταξη από την καπνεργασία τους εξασφαλίζει σήμερα μια αξιοπρεπή διαβίωση…

Η μνήμη επιλεκτική απαλείφει την πίκρα του καπνού…

Συγκρατεί μόνο τα οφέλη…

   Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αγγέλη, Μαρία (2007) Ο κόσμος της εργασίας: Γυναίκες και άνδρες στην παραγωγή και επεξεργασία του καπνού(Αγρίνιο 19ος-20ος αι.), Διδακτορική διατριβή : Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

 Αγγέλη, Μαρία (2008) «Οι καπναποθήκες του Αγρινίου»: εφ. Αιτωλοακαρνανικός Τύπος, Απριλίου.

Αγγέλη, Μαρία (2009) «Μνημονικοί τόποι: Οι καπναποθήκες του Αγρινίου»: περ. Τα Αιτωλικά, τχ. 12, ΑΙ.ΠΟ.Ε Αθήνα

Αγγέλη, Μαρία (2011) «Αγρίνιο: Η καπνεργατική απεργία του 1926» : περ. Τα Αιτωλικά, τχ. 16, ΑΙ.ΠΟ.Ε Αθήνα

Αγγέλη, Μαρία (2012) «Παιδιά και καπνά. Στα καπνοχώραφα και στα καπνομάγαζα αντί στα γράμματα»: εφ. Μαχητής,15 Αυγούστου.

Aggeli Maria,(2015) “Women in Tobacco Fields and Tobacco Shops of Agrinio”,                          στο:Frank Jacob Gerrit Dworok [Hrsg.] Tabak und Gesellschaft.Vom braunen Gold zum sozialen Stigma : Nomos

Αγγέλη,Μαρία (2015) «Μικρασιατών Μνήμη. Μια Μικρασιάτισσα αφηγείται…», διαθέσιμο Xiromeronews.blogspot.gr

Αγγέλη,Μαρία (2015) «Μνήμες: Γεννήθηκα προσφυγούλα…1922»,διαθέσιμο στα http ://www.Αgriniobestof.gr, Xiromeronews.blogspot.gr

Aγγέλη, Μαρία (2016). «Καπναποθήκες Αγρινίου. Οι χώροι και οι άνθρωποι της καπνεργασίας»,  εισήγηση στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Τοπικής Ιστορίας και Πολιτισμού στο Βλοχό Καινουργίου Δήμου Αγρινίου14-15Μαΐου 2016,διαθέσιμο :http://www.epoxi.gr

Αγγέλη, Μαρία (2017) «Χρονικό του Καπνού», διαθέσιμο στα http ://www.epoxi.gr, http ://www.Αgriniopress.gr, Xiromeronews.blogspot.gr  

Αγγέλη, Μαρία (2017) «Αγρίνιο: Αφηγήσεις προσφύγων δεύτερης γενιάς», διαθέσιμο στα http ://www.Αgriniopress.gr, Xiromeronews.blogspot.gr 

Αγγέλη, Μαρία (2018). «Αφιέρωμα στους πρόσφυγες του Αγίου Κωνσταντίνου Αγρινίου», διαθέσιμο: http://www. Agriniobestof.gr

Αγγέλη, Μαρία (2018). «Η Προφορική ιστορία στο Σχολείο. Μελέτη περίπτωσης: 2ο Γυμνάσιο Αγρινίου», διαθέσιμο : http://www. Agriniobestof.gr

Αγγέλη, Μαρία (2019). «Αγρίνιο: Ο Καπνός και ο Κόσμος του καπνού…», διαθέσιμο: στα http ://www.epoxi.gr, Xiromeronews.blogspot.gr 

Μπάδα Κωνσταντίνα- Αγγέλη Μαρία, (2008).«Οι γυναίκες του καπνού», στο: Anna Trono-Katia Rizzelo-Francesca Ruppi (eds), The language of the mother in History. New cultural itineraries, Edizioni Del Grifo.

Μπαρχαμπάς,  Αριστείδης(2007).Καπνεργάτες, οι κυνηγοί του ονείρου: Ίβυκος

Παπαστράτος, Ευάγγελος (2012).Η Δουλειά κι ο κόπος της. Από τη ζωή μου :GEMA

Πατρώνης Βασίλης- Αγγέλη Μαρία,(2010). «Ούτε φύλλον καπνού…» Ο καπνός του Αγρινίου στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950», στο: Κ. Μπάδα – Θ. Σφήκας (επιμέλεια) ΚΑΤΟΧΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΕΜΦΥΛΙΟΣ. Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950 :Παρασκήνιο

Thompson, P. (2002). Φωνές από το παρελθόν. Προφορική Ιστορία. Αθήνα: Πλέθρον.